Άρθρα

Εκτύπωση

Θηλιά στην ανάπτυξη τα «κόκκινα» δάνεια

Δραματική προειδοποίηση για την ανάγκη άμεσης δράσης για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων απηύθυνε η Τράπεζα της Ελλάδος, υπογραμμίζοντας ότι αν χαθεί και άλλος χρόνος, οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία θα είναι σοβαρές καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την επιστροφή της χώρας σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Ουσιαστικά η ΤτΕ προειδοποιεί ότι αν δεν μειωθούν τα «κόκκινα» δάνεια, η κρίση θα μεταλλαχθεί εκ νέου με επίκεντρο τον τραπεζικό τομέα.

Σε έκθεση για την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος η ΤτΕ υπογραμμίζει ότι κατά το πρώτο τρίμηνο του 2016 η ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών επιδεινώθηκε περαιτέρω και το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ανήλθε στο 45,1% έναντι 44,2% τον Δεκέμβριο του 2015 και 39,9% τον Δεκέμβριο του 2014. Οπως επισημαίνεται, «οι δυσμενείς μακροοικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε περικοπές μισθών, στην αύξηση της ανεργίας, στην αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων σε θέσεις μερικής απασχόλησης και σε πιο ευέλικτες μορφές εργασίας. Οι παραπάνω εξελίξεις σε συνδυασμό με την αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων συνέβαλαν στη σημαντική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος καθώς και στην αποδυνάμωση της ικανότητας αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων των νοικοκυριών και επιχειρήσεων». Ο πιστωτικός κίνδυνος, επισημαίνεται στην έκθεση, αποτελεί «τη σημαντικότερη πηγή αστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τον κύριο ανασταλτικό παράγοντα παροχής πιστώσεων προς την πραγματική οικονομία».

Στο πλαίσιο αυτό, η ΤτΕ προβλέπει την περαιτέρω ενίσχυση των «κόκκινων» δανείων το 2016 ακόμη και στην περίπτωση ομαλοποίησης των οικονομικών συνθηκών, καθώς η πρακτική δείχνει ότι υπάρχει σημαντική χρονική υστέρηση μεταξύ οικονομικής ανάκαμψης και μείωσης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Με άλλα λόγια θα πρέπει πρώτα να δούμε την οικονομία να ανακάμπτει και μετά θα ακολουθήσει η συρρίκνωση των «κόκκινων» δανείων. Από την έκθεση προκύπτει ότι ενώ οι τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά το απόθεμα προβλέψεων –φτάνουν το 50% του συνολικού ύψους των πιστωτικών ανοιγμάτων–, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος αφορά τα στεγαστικά (86%) ενώ οι προβλέψεις για επιχειρηματικά υστερούν (42%) καθιστώντας πιο δύσκολη την αναγκαία προσπάθεια αναδιάρθρωσης.

Στο 55,2% διαμορφώνονται τα πιστωτικά ανοίγματα στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, στο 44,6% για τα επιχειρηματικά δάνεια και στο 42% για τα στεγαστικά δάνεια.

Κλαδικά, ο υψηλότερος δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων εντοπίζεται στον κλάδο της εστίασης με 76% και ακολουθούν κλωστοϋφαντουργία με 73%, βιομηχανία χάρτου - ξύλου 72%, τηλεπικοινωνίες - πληροφορική - ενημέρωση με 59%, κατασκευές 52%, μεταποίηση 52% και εμπόριο 48%. Εξαιρετικά υψηλές καθυστερήσεις, 49%, εμφανίζουν και τα καταλύματα, παρά την εξαιρετική πορεία του τουρισμού τα τελευταία χρόνια. Στην αντίπερα όχθη, τις μικρότερες καθυστερήσεις εμφανίζουν οι χορηγήσεις προς τον κλάδο ενέργεια - πετρελαιοειδή με 4%. Η ΤτΕ επισημαίνει με ανησυχία ότι τα 2/3 του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που εμπίπτουν στην κατηγορία καθυστέρησης άνω των 90 ημερών βρίσκονται σε καθυστέρηση άνω του έτους, στοιχείο που δείχνει μια παγιωμένη κατάσταση και την αναποτελεσματικότητα αντιμετώπισής της.

Η ΤτΕ χαρακτηρίζει το 2015 έτος ακραίας αβεβαιότητας, η οποία υποχώρησε μετά τη σύναψη νέας συμφωνίας Ελλάδας - πιστωτών τον Ιούλιο του 2015. Η ΤτΕ σημειώνει ότι οι κίνδυνοι εν μέρει αντισταθμίζονται από την υλοποίηση της νέας συμφωνίας με τους πιστωτές, τη μικρή μείωση της ανεργίας, τη γενικότερη ανθεκτικότητα της οικονομίας και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Πηγή: Καθημερινή