Άρθρα

Εκτύπωση

Το στοίχημα της ανάκαμψης δεν κερδίζεται με αύξηση των φόρων

Σήμα κινδύνου για το πώς θα επιστρέψει η ελληνική οικονομία στην ανάπτυξη, που είναι το μεγάλο ζητούμενο για τη χώρα και το κλειδί για την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος, εκπέμπουν το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο και ο ΣΕΒ παραμονές της έναρξης των διαπραγματεύσεων κυβέρνησης δανειστών για τη δεύτερη αξιολόγηση.

Επειτα από μια δύσκολη χρονιά, το 2016, το οποίο κατ' ουσίαν έκλεισε ως προς τους δημοσιονομικούς στόχους αφού ακόμη και αν το τελευταίο δίμηνο του χρόνου εισπραχθούν 1,2 δισ. ευρώ λιγότερα έσοδα από τον στόχο το πρωτογενές πλεόνασμα θα κλείσει στο 0,5% του ΑΕΠ, η αγωνία μεταφέρεται και αποτυπώνεται στον προϋπολογισμό του 2017.

Ολοι συμφωνούν ότι εάν δεν δημιουργηθούν από τώρα οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να πάρουν μπροστά τράπεζες, επιχειρήσεις και οικονομία θα μπούμε σε μεγάλες περιπέτειες.

Και αυτό γιατί η χώρα καλείται να τριπλασιάσει το πρωτογενές πλεόνασμα (στο 1,75% του ΑΕΠ) στηρίζοντας τις προσδοκίες της σε ένα μείγμα μέτρων που βασίζεται κατά 80% στην αύξηση των εσόδων - φόρων και εισφορών - και μόνο κατά 20% στη συγκράτηση των δαπανών.

Το ερώτημα που τίθεται από το ανεξάρτητο Δημοσιονομικό Συμβούλιο είναι κατά πόσο το «μείγμα πολιτικής» είναι ρεαλιστικό και αν ο βασικός στόχος για επιστροφή της οικονομίας στην ανάπτυξη, και μάλιστα με ρυθμό 2,7%, είναι εφικτός. Εν όψει μάλιστα και της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης και της κατάθεσης του προϋπολογισμού στη Βουλή, το Συμβούλιο στην πρώτη έκθεση που υπογράφει ο Παναγιώτης Κορλίρας λέει τα πράγματα με το όνομά τους σημειώνοντας:

    Η επίτευξη των στόχων του 2017 εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από σειρά προϋποθέσεων και συνθηκών, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν διασφαλισθεί. Και αυτές είναι η βελτίωση του οικονομικού κλίματος, η ταχύτατη εκκαθάριση του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών και η αντιμετώπιση της υπερφορολόγησης της οικονομίας.

Και υπογραμμίζει τις περιοχές από τις οποίες θα αφαιρεθούν εισοδήματα:

  •     Τους άμεσους φόρους 371 εκατ. ευρώ, τις εισφορές των δημοσίων υπαλλήλων 664 εκατ. ευρώ και τις αυξημένες εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών.
  •     Μεγαλύτερη είναι η αύξηση, πάνω από 1,4 δισ. ευρώ, στις εισπράξεις από την έμμεση φορολογία.

Ολα αυτά δεν γίνονται χωρίς να αυξηθεί η ρευστότητα της οικονομίας, η απασχόληση, τα εισοδήματα των εργαζομένων που θα φέρουν αύξηση της κατανάλωσης, αύξηση των κερδών και των επενδύσεων που είναι οι παράγοντες που θα καθορίσουν το ύψος της ανόδου του ΑΕΠ.

«Η φυγή των νέων»
Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο προειδοποιεί μάλιστα την κυβέρνηση και τη νέα υπουργό Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου εν όψει των συζητήσεων με την τρόικα για το μείζον πρόβλημα της ανεργίας. Χαρακτηριστικά στην έκθεση αναφέρει ότι «ο σχεδιασμός και η ανάληψη άμεσων, αποτελεσματικών δράσεων διαρκείας κατά της ανεργίας είναι απαραίτητα όσο και η ρύθμιση των κόκκινων δανείων ή η δημοσιονομική σταθερότητα».

Και επισημαίνει ότι «βασικά χαρακτηριστικά, όπως το υπερβολικά υψηλό ποσοστό ανεργίας των νέων, η πολύ μεγάλη αναλογία μακροχρόνια ανέργων, η εξαιρετικά υψηλή ανεργία των γυναικών - παρά τη χαμηλή συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας -, την καθιστούν δυσβάσταχτη τόσο από παραγωγική όσο και από κοινωνική άποψη».

Οι μικρές βελτιώσεις που καταγράφονται κατά την τελευταία διετία μπορεί να είναι απολύτως κρίσιμες για τα συγκεκριμένα άτομα στα οποία αφορούν αλλά ουδόλως προμηνύουν μια ταχεία αποκλιμάκωση της ανεργίας - πόσω μάλλον όταν αφορούν σε ευκαιριακές, υπαμειβόμενες και παροδικές, κυρίως, θέσεις μερικής απασχόλησης, αν όχι σε οκτάμηνα vouchers, επιχορηγούμενα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

Και καταλήγει: «Οταν υπάρχουν μακροχρόνιες προβλέψεις που αναφέρονται σε διατήρηση της ανεργίας σε "διψήφια ποσοστά μέχρι τα μέσα του αιώνα"(!), η ανισορροπία της αγοράς εργασίας εκτός από την παραγωγική υποβάθμιση και τη χρόνια αστάθεια της οικονομίας κινδυνεύει να διογκώσει περαιτέρω και να καταστήσει χωρίς επιστροφή τη διαρροή στο εξωτερικό του πιο ανταγωνιστικού και δυνητικά παραγωγικού νεανικού δυναμικού».

Ζητείται όραμα
«Η εμπειρία της Ελλάδος τη δεκαετία του 1990, όταν το έλλειμμα περιορίστηκε από 13,5% του ΑΕΠ το 1993 σε περίπου 3% το 1999, ενώ παράλληλα η οικονομία που ήταν σε ύφεση ανέκαμψε από το 1994 και έφθασε σε ρυθμούς ανάπτυξης περίπου 4% λίγο πριν από την ένταξη στην ΟΝΕ, με περιοριστική μάλιστα νομισματική πολιτική προκειμένου να μειωθεί ο υψηλός πληθωρισμός, δείχνει ότι το μόνο που βοήθησε στην ανάκαμψη ήταν οι θετικές προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί εν όψει της συμμετοχής στη ζώνη του ευρώ» σημειώνει στην έκθεσή του το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Κριτική
Στο ίδιο κλίμα ανησυχίας για τους φόρους και την επιστροφή στην ανάπτυξη κινείται και ο ΣΕΒ. Οι αναλυτές του στο εβδομαδιαίο δελτίο του σημειώνουν ότι:

  •     Η δημοσιονομική προσαρμογή προήλθε περισσότερο από αύξηση φόρων παρά από περικοπή δαπανών.
  •     Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές (πλην εργασίας) και στη δημόσια διοίκηση προχώρησαν με βήμα χελώνας, και σίγουρα εκτός φάσεως σε σχέση με τα δημοσιονομικά και τα εργασιακά.

Ως αποτέλεσμα, ο παραγωγικός ιστός και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα υπέστησαν τις συνέπειες των μέτρων χωρίς να τρέχουν παράλληλα δράσεις βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Για το 2017 ασκούν δριμεία κριτική για την απόφαση περαιτέρω αύξησης των φόρων των καπνικών προϊόντων, που οδηγεί σε ταχύτατη διάβρωση της φορολογητέας ύλης, της επίσημης αγοράς και της σημαντικής εγχώριας παραγωγής καθώς η εναλλακτική των λαθραίων τσιγάρων παραμένει εύκολα προσβάσιμη για τον καταναλωτή.

Πηγή: Το Βήμα