Άρθρα

Εκτύπωση

Η κρίση «χτύπησε» και την ασφάλεια στην εργασία

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση, η συνεχιζόμενη αύξηση της ανεργίας και παράλληλα της ανασφάλιστης εργασίας, καθώς και η υποκατάσταση της πλήρους απασχόλησης με υπο-αμειβόμενη μερική, έχουν αφήσει βαρύ το στίγμα τους στην εγχώρια αγορά εργασίας, υποβαθμίζοντας τα μέτρα ασφάλειας και υγείας στην εργασία, με άμεση, δραματική συνέπεια την αύξηση των εργατικών ατυχημάτων.

Ειδικά, από το 2013 και μετά, σύμφωνα με στοιχεία των εργαζόμενων στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας καταγράφουν ανησυχητική αύξηση, γεγονός που συνδέεται χρονικά με τις αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, αλλά και τη μείωση των κονδυλίων για τη λήψη μέτρων ασφάλειας από πλευράς των επιχειρήσεων, σε μία προσπάθεια περιστολής του λειτουργικού κόστους τους.

Σύμφωνα με τον Σύλλογο Τεχνικών και Υγειονομικών Επιθεωρητών Εργασίας, ενώ το 2010 χρονιά υπαγωγή της Ελλάδας σε πρόγραμμα, τα εργατικά ατυχήματα που δηλώθηκαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), ήταν 5.721. Το 2016, ο αντίστοιχος αριθμός εργατικών ατυχημάτων ανήλθε στα 6.500. Ειδικά από το 2013 και μετά, παρατηρείται μία σταθερή αύξηση των εργατικών ατυχημάτων για κάθε έτος γύρω στο 10%. Στον αντίποδα, σημαντική κάμψη παρατηρήθηκε το διάστημα 2011 – 2012.

Η εμφανής διαφοροποίηση των στοιχείων οφείλεται σε στη διακοπή επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό από πλευράς επιχειρήσεων, τη δραματική μείωση της οικοδομής, κλάδος που κατά κύριο λόγο στο παρελθόν συντελούσε στην αύξηση των εργατικών ατυχημάτων, αλλά και στην αλλαγή της μεθοδολογίας μέτρησης από το 2014. Βέβαια, κατά το ίδιο διάστημα περιορίστηκαν και οι έλεγχοι για υγιεινή και ασφάλεια. Είναι ενδεικτικό, ότι, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017, οι έλεγχοι υπολείπονται σε ποσοστό 27% αυτούς που διενεργήθηκαν το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του προηγούμενου έτους, μία μείωση η οποία, με την πάροδο των μηνών, αναμένεται να αυξηθεί ραγδαία.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το διάστημα 2015-2016, έχουν διεξαχθεί περίπου 45.000 έλεγχοι στο κομμάτι της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία και τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί για παραβάσεις που βεβαιώθηκαν, είναι πάνω από 7 εκατ. ευρώ.

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Σύμφωνα με την Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) εκτιμάται ότι κάθε χρόνο χάνουν τη ζωή τους περισσότεροι από 2,3 εκατομμύρια άνθρωποι από εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες. Τα εργατικά ατυχήματα εκτιμώνται σε περισσότερα από 313 εκατομμύρια ετησίως (ΔΟΕ, 2017). Σε οικονομικούς όρους, η ΔΟΕ εκτιμά ότι περισσότερο από το 4% του ετήσιου παγκόσμιου ΑΕΠ χάνεται ως συνέπεια των εργατικών ατυχημάτων και ασθενειών.

Σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, προκύπτει ότι τα εργατικά ατυχήματα που είχαν αναγγελθεί στην Ελλάδα το διάστημα 2010-2012 ήταν κάτω από το 1/4 του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κατατάσσοντας τη χώρα μας στην τελευταία θέση στη σχετική κατάταξη. Στα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα όμως, η εκτίμηση είναι ότι το 2011 (διαθέσιμα στοιχεία) κινήθηκε και η Ελλάδα περί τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η Eurostat λαμβάνει τα στοιχεία των εργατικών ατυχημάτων για την Ελλάδα από την ΕΛΣΤΑΤ, η οποία με τη σειρά της λαμβάνει σχετικά στοιχεία από το ΙΚΑ. Τα στοιχεία αυτά στη συνέχεια ανάγονται κατ΄ εκτίμηση στο σύνολο του απασχολούμενου εργατικού δυναμικού. Έτσι, κατά την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, το 2010 τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας (με απουσία μεγαλύτερη των 3 ημερών από την εργασία) ήταν 15.493 (αριθμός κατ΄εκτίμηση, για το σύνολο του εργατικού δυναμικού) που αντιστοιχεί σε 353 ατυχήματα ανά 100.000 εργαζομένους. Το 2011 ήταν 13.527 για το σύνολο του εργατικού δυναμικού ήτοι 331 ατυχήματα ανά 100.000 εργαζομένους. Το 2012 ήταν 13.333 και 354 αντίστοιχα.

Τα ανωτέρω μεγέθη για τα ατυχήματα 2,6-2,7 φορές μεγαλύτερα από τα αναγγελθέντα στο ΣΕΠΕ κατά τα ίδια έτη. Παρά ταύτα, δεδομένου ότι για το 2011 η αντίστοιχη μέση συχνότητα ατυχημάτων στις 15 (τότε) χώρες της ΕΕ ήταν 1603 ατυχήματα ανά 100.000, η χώρα μας κατατάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη.

Να σημειωθεί ότι η Ελληνική Στατιστική Αρχή στηρίζει την έρευνά της σε στοιχεία από τις δηλώσεις εργατικού ατυχήματος που οφείλει να συντάξει ο εργοδότης και το σχετικό παράρτημα του ΙΚΑ. Συνεπώς ο πληθυσμός αναφοράς είναι μισθωτοί, κυρίως ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ.

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία αφορούν το 2014, έτος κατά το οποίο άλλαξε η μεθοδολογία. Συνεπώς, όπως επισημαίνει η μαθηματικός – στατιστικός MSc που εργάζεται στο Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας στην Εργασία Δ. Πινότση, τα στοιχεία δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμα με αυτά των προηγούμενων ετών. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των εργατικών ατυχημάτων σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το 2014 είναι 4.241, αυξημένος κατά 479 ατυχήματα σε σχέση με τα 3.762 ατυχήματα του 2013. Είναι βέβαια μειωμένος κατά 15,7% σε σχέση με τα 7.506 ατυχήματα του 2009.

Η ελλιπής καταγραφή και επακόλουθη μη αντικειμενική αποτύπωση των εργατικών ατυχημάτων στη χώρα μας οφείλεται και στο ότι τα ατυχήματα των αυτοαπασχολουμένων (πλην των αυτό-ασφαλισμένων στο ΙΚΑ) δεν καταγράφονται με εξαίρεση ορισμένα θανατηφόρα που γνωστοποιούνται το ΣΕΠΕ. Σχεδόν πλήρη έλλειψη στοιχείων υπάρχει αναφορικά με τα ατυχήματα στον πρωτογενή τομέα (γεωργία, δασοκομία και αλιεία).

Ανά τομέα οικονομικής δραστηριότητας, τα μεγαλύτερα ποσοστά εργατικών ατυχημάτων αφορούν την μεταποίηση, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών, ο κλάδος των κατασκευών και ο κλάδος μεταφοράς και αποθήκευσης. Υψηλό είναι το ποσοστό των ατυχημάτων τροχαίας αιτιολογίας.

Ρούλα Σαλούρου Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Πηγή: euro2day.gr